Χριστός Ανέστη και
Όμορφη Λαμπρή!
Διαβάστε ένα υπέροχο διήγημα
του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ
που αναδημοσιεύουμε αυτούσιο
από το έγκριτο περιοδικό Νέον Πλανόδιο
~~~
Το δικαστήριο δεν βρήκε το παραμικρό ψεύδος στην έρευνά μου-βιβλίο «Λύτρωση, Περί του Αγίου Φωτός», που κατέληξε στο τεκμηριωμένο συμπέρασμα ότι το Άγιο Φως ανάβει κάθε χρόνο με αναπτήρα. Στη δίκη, την οποία δεν κάλυψε κανένα μέσο ενημέρωσης, τέθηκε επιτέλους για πρώτη φορά σε εκπρόσωπο του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, σε κοσμικό δικαστήριο, το ερώτημα των ερωτημάτων: «Μπορείτε να βεβαιώσετε με το χέρι στο Ευαγγέλιο ότι πρόκειται για θαύμα;» Απάντησε: «Το θαύμα το βλέπω στις χιλιάδες του κόσμου που συνωστίζονται εκεί, στις χιλιάδες του κόσμου που αναμένουν με προσμονή και με πίστη και με χαρά στην ελπίδα την οποία τους δίνει η παραλαβή του Αγίου Φωτός…» Άρα αρνήθηκε την εκ θαύματος κάθοδο της φλόγας στα κεριά του Πατριάρχη μέσα στον Πανάγιο Τάφο. Ήταν μια ιστορική στιγμή. Επίσης, ο εκπρόσωπος τύπου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδας, μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος κ. Τιμόθεος, στην ερώτησή μου αν μπορεί η Ελλαδική Εκκλησία να πάρει θέση για το θέμα απάντησε: «Είναι πολύ δύσκολο να ειπωθεί η αλήθεια στους πιστούς».
Απ’ τον ιστοχώρο του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΛΙΚΑΚΟΥ*
Αν ο Θεός άναβε το Φως σε αυτούς, τότε είναι που δεν θα πίστευα!
@salonikios2012
Το ενδεχόμενο να
μην καταστεί εφικτή η μεταφορά του Αγίου Φωτός στην Ελλάδα το φετινό
Πάσχα, εξαιτίας της εμπόλεμης κατάστασης στη Μέση Ανατολή, άφησε ανοιχτό
ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Φιλόθεος.
///
Έδιναν κι έπαιρναν οι συζητήσεις στο καφενείο περί
αφίξεως ή όχι του Αγίου Φωτός απ’ τα Ιεροσόλυμα πριν την Ανάσταση. Οι
παλαιότεροι δεν ανησυχούσαν καθόλου. Θυμόνταν απ’ τα μικράτα τους τον
παπά ν’ ανάβει το τρικέρι στην Άγια Τράπεζα με τα σπίρτα. Πίσω απ’ την
κουρτίνα ήταν κι αυτοί, στο Ιερό μέσα, παπαδοπαίδια τότε – τα σαΐνια του
δασκάλου και οι φωστήρες του κατηχητικού. Οι νεώτεροι έφτιαχναν σενάρια
για τους Σιωνιστές και τους Μασόνους, τον πόλεμο που δέχεται πανταχόθεν
η Ορθοδοξία.
Κι η ώρα περνούσε…
Λίγο πριν την Ανάσταση έφτασε κι ο παπάς. Σταμάτησε στο καφενείο να πει μια καλησπέρα και να πιει ένα ποτήρι νερό.
Οι ερωτήσεις έπεφταν βροχή:
«Ήρθε το Άγιο Φως;»
«Θα έχουμε Άγιο Φως φέτος;»
«Γίνεται Ανάσταση χωρίς Φως;»
Εκείνος έκατσε στην καρέκλα και ξεφύσαγε, όπως ο Καϊάφας προτού
σκίσει τα ιμάτιά του. Γέρασε πια, του έπεσαν πολλά τα τρία σκαλιά του
καφενείου που ανέβηκε, Γολγοθάς σωστός. Έβγαλε το καλυμμαύχι, λες κι
αφαιρούσε τον ακάνθινο στέφανο. Ο ιδρώτας έτρεχε απ’ το μέτωπό του σαν
του Ιησού πριν το Τετέλεσται. Τον σκούπισε μ’ ένα μαντήλι, που το πέρασε
κι απ’ τα χείλη του, σαν σπόγγο βουτηγμένο στο ξίδι – έτσι που μόρφασε…
Είχε μπει πια η Άνοιξη. Ζεστή βραδιά, σαν φτερούγα κοιμισμένου
πουλιού σκέπαζε το χωριό. Χύμαγαν απ’ το παράθυρο τ’ αρώματα. Η ευωδιά
της αλιφασκιάς έφτανε ζαλιστική, σαν επιτάφιο μύρο, ανακατωμένο με την
αψάδα του θυμαριού και της θρούμπας. Άνοιγαν το στόμα οι κρίνοι κι
έπιναν την ανάσα του δεντρολίβανου στα βελουδένια ποτήρια τους· ανάδευαν
τις κίτρινες γλώσσες και νανούριζαν τ’ αποκαρωμένα έντομα που φώλιασαν
εκεί, πασπαλισμένα απ’ την απαλότατη πούδρα τους.
Ο παπάς μισόκλεισε ναρκωμένος τα βλέφαρα και εισέπνευσε τις μυρωδιές·
τρεμόπαιξαν τα ρουθούνια του από αόρατους κόκκους γύρης και υγράνθηκαν
τα μάτια του.
Ύστερα ξερόβηξε, να καθαρίσει την φωνή του.
«Δεν ήρθε το Φως!» είπε απλά, λες κι έλεγε για τον καιρό: «θα βρέξει» ή «δεν θα βρέξει».
*
Οι θαμώνες πάγωσαν, ακόμα κι αυτοί που δεν ανησυχούσαν πρωτύτερα.
«Και τώρα;» αναφώνησαν σχεδόν μαζί.
«Ε, τώρα… τίποτα!» είπε ο παπάς.
«Τίποτα;» επανέλαβαν εν χορώ οι άλλοι.
«Και πώς θα κάμουμε Ανάσταση, δέσποτα!» ρώτησε ο καφετζής, ακουμπώντας το ποτήρι με το νερό στο τραπέζι.
Εκείνος το στράγγιξε ως την τελευταία σταγόνα και σφόγγισε τα γένια του με την ανάστροφη του χεριού του.
«Όπως κάναμε όλες τις χρονιές», είπε και σηκώθηκε.
Κάποιος τον έπιασε απ’ το ράσο.
«Τι εννοείς “όπως όλες τις χρονιές”;»
«Όπως όλες τις χρονιές πριν αρχίσει το έθιμο της μεταφοράς», διευκρίνισε.
«Το… έθιμο; Δηλαδή…»
«Άστε τα λόγια και πάμε ν’ αναστήσουμε!» είπε ο παπάς, με ύφος που δεν σήκωνε δεύτερη κουβέντα.
Μπροστά εκείνος και πίσω οι άλλοι, έφτασαν στην εκκλησιά. Άναψαν τα φώτα και κατόπιν τα καντήλια και τα κεριά.
Σήμαναν την καμπάνα.
Άρχισε να συρρέει κι ο κόσμος…
Η Ακολουθία ξεκίνησε:
«Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, πάντοτε, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
«Ἀμήν».
«Δόξα σοι ὁ Θεός, δόξα σοι».
«Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρὼν
καὶ τὰ πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν καὶ ζωῆς χορηγός, ἐλθὲ καὶ
σκήνωσον ἐν ἡμῖν καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλῖδος καὶ σῶσον, Ἀγαθὲ,
τὰς ψυχὰς ἡμῶν».
«Ἀμήν. Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς».
Η Ακολουθία εξακολουθούσε:
«Ἄφραστον θαῦμα! Ὁ ἐν καμίνῳ ῥυσάμενος, τοὺς Ὁσίους Παῖδας ἐκ φλογός,
ἐν τάφῳ νεκρός, ἄπνους κατατίθεται, εἰς σωτηρίαν ἡμῶν τῶν μελῳδούντων.
Λυτρωτά, ὁ Θεὸς εὐλογητὸς εἶ».
Κι εκεί, στο «Τέτρωται ᾍδης, ἐν τῇ καρδίᾳ δεξάμενος τὸν τρωθέντα
λόγχῃ τὴν πλευράν…» η τάση χαμήλωσε, το ρεύμα διεκόπη, κι έφεγγαν μόνον
τα κεριά και τα καντήλια.
Ο κόσμος σάστισε. Ένα μούρμουρο απλώθηκε, που βαθμηδόν κατέπεσε, καθώς η αρχική έκπληξη μεταμορφώθηκε σε κατάνυξη.
Ο ψάλτης συνέχισε με νέο ζήλο στην φωνή του:
«Νόμῳ θανόντων, τὴν ἐν τῷ τάφω κατάθεσιν, ἡ τῶν ὅλων δέχεται ζωή, καὶ
τοῦτον πηγήν, δείκνυσιν ἐγέρσεως, εἰς σωτηρίαν ἡμῶν τῶν μελῳδούντων.
Λυτρωτά, ὁ Θεός εὐλογητὸς εἶ».
Αεράκι φύσηξε, το παράθυρο άνοιξε, εισέβαλαν αρώματα λουλουδιών από
ολάνθιστους κήπους, μετατρέποντας την εκκλησία σε ζωντανό Επιτάφιο. Τα
κεριά τρεμόπαιξαν, άλλα έσβησαν, τα καντήλια σάλεψαν, λες και κατέβαινε
ολόκληρος ο ναός, σαν πλοίο που βυθίζονταν, στον Άδη.
«Ὅτε κατῆλθες πρὸς τὸν θάνατον, ἡ ζωὴ ἡ ἀθάνατος, τότε τὸν ᾍδην
ἐνέκρωσας, τῇ ἀστραπῇ τῆς θεότητος· ὅτε δὲ καὶ τοὺς τεθνεῶτας ἐκ τῶν
καταχθονίων ἀνέστησας, πᾶσαι αἱ Δυνάμεις τῶν ἐπουρανίων ἐκραύγαζον·
Ζωοδότα Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, δόξα σοι».
Πρόβαλε στην Ωραία Πύλη λαμπροφορεμένος ο ιερέας:
«Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός, καὶ δοξάσατε Χριστόν, τὸν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν».
Το βυθιζόμενο πλοίο του ναού ανέκρουσε πρύμναν και έλαμψε ολόκληρο,
όπως η ράχη αναδυόμενου δελφινιού: όταν ο καντηλανάφτης έσπευδε ν’
ανάψει τα κεριά και τα καντήλια που έσβησαν απ’ τον αέρα, το ηλεκτρικό
επανήλθε!
Ο κόσμος παραληρούσε, λες κι έγινε θαύμα, λες κι ο ίδιος ο Πατριάρχης
πρόβαινε εκ του Παναγίου Τάφου, βαστώντας στο κάθε του χέρι από μία
δεσμίδα των τριάντα τριών κεριών, που συμβολίζουν τα χρόνια της επίγειας
ζωής του Χριστού.
«Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας, καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι, ζωὴν χαρισάμενος».
Λάβαιναν το Φως, το λούζονταν χωρίς να καίγονται – όπως συμβαίνει
πάντα όταν μια εστία φωτιάς ακουμπά στο δέρμα για ελάχιστο διάστημα.
*
***
Αυτό λέει η Φυσική. Και φυσικά, ούτε η επαναφορά του ηλεκτρικού
ρεύματος είναι θαύμα ή, αν προτιμάτε, ε ί ν α ι «θαύμα»: τεχνολογίας.
Όμως
ο Σωτήρης, ο μουγκός καντηλανάφτης, που δεν ήξερε από Φυσικές και
τεχνολογίες, αδίκως τους έκανε νοήματα στο πέρας της Ακολουθίας. Όλοι
νόμιζαν πως τους εύχονταν «Χριστός ανέστη» κι απάνταγαν «Αληθώς». Πού να
’ξεραν κι εκείνοι πόσο «Αληθώς» ήταν εκείνο το «Αληθώς», αφού δεν
γνώριζαν την γλώσσα της σιωπής;
Ο ψάλτης περίμενε τον παπά να φύγουνε παρέα, θα τρώγανε μαζί απόψε.
«Μια χαρά αναστήσαμε και φέτος, πάτερ!» του είπε.
«Είδες πώς έβγαλα το Φως;» αστειεύτηκε αυτός.
«Μωρέ, θα σε ζήλευε κι ο Πατριάρχης!» χαχάνισε ο ψάλτης.
Τότε το ηλεκτρικό τρεμόπαιξε…
«Ήμαρτον, Κύριε!» μουρμούρισαν τρομαγμένοι.
Έκλεισαν, κλείδωσαν, και σε λίγο αντήχησαν τα βήματά τους στο πλακόστρωτο.
Η μαγειρίτσα της παπαδιάς περίμενε αχνιστή στα πιάτα…
Πριν την απολαύσουν, ο παπάς ανέγνωσε τον Κατηχητικό Λόγο του «ἐν
Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν» Ἰωάννου του Χρυσοστόμου, Αρχιεπισκόπου
Κωνσταντινουπόλεως:
«Εἴ τις εὐσεβὴς καὶ φιλόθεος ἀπολαυέτω τῆς καλῆς ταύτης καὶ λαμπρᾶς
πανηγύρεως… Πλούσιοι καὶ πένητες μετ’ ἀλλήλων χορεύσατε· Ἐγκρατεῖς καὶ
ῥάθυμοι τὴν ἡμέραν τιμήσατε· νηστεύσαντες καὶ μὴ νηστεύσαντες,
εὐφράνθητε σήμερον. Ἡ τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες. Ὁ μόσχος πολὺς,
μηδεὶς ἐξέλθη πεινὼν. Πάντες ἀπολαύετε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως· πάντες
ἀπολαύετε τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος. Μηδεὶς θρηνείτω πενίαν· ἐφάνη
γὰρ ἡ κοινὴ βασιλεία. Μηδεὶς ὀδυρέσθω πταίσματα· συγγνώμη γὰρ ἐκ τοῦ
τάφου ἀνέτειλε. Μηδεὶς φοβείσθω θάνατον· Ἀνέστη Χριστὸς καὶ πεπτώκασι
δαίμονες. Ἀνέστη Χριστός καὶ χαίρουσιν Ἄγγελοι. Ἀνέστη Χριστός καὶ ζωὴ
πολιτεύεται. Ἀνέστη Χριστός καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐπὶ μνήματος. Χριστὸς γὰρ
ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο. Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ
κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».
Την
ίδια ώρα, ο Σωτήρης, ο μουγκός καντηλανάφτης, έφτασε στο καλύβι του και
προσέπεσε στην εικόνα του Αναστάντος Χριστού. Μόνον εκείνος ήξερε την
αλήθεια: όταν πήγε ν’ ανάψει τα κεριά και τα καντήλια που έσβησαν απ’
τον αέρα, την στιγμή που επανέρχονταν το ηλεκτρικό και ο παπάς έψαλλε το
«Δεῦτε λάβετε φῶς», κοντοστάθηκε. Τα βρήκε αναμμένα, σαν να μην είχαν
σβήσει ποτέ…
Αναδημοσίευση
~~~
* Σημείωση: Ο Δημήτρης Αλικάκος, που αναφέρεται στην αρχή του διηγήματος του
Δημήτρη Σουλδάτου, είναι δημοσιογράφος και γνωστός Σκαπανέας της
Αλήθειας και ως αρχισυντάκτης στα Ellinika Hoaxes. Το
2018 άρχισε μία επιτόπια έρευνα για το Αναστάσιμο Άναμα του Αγίου Φωτός
στα Ιεροσόλυμα. Η έρευνά του κατέληξε στο πόνημά του «Λύτρωση
– Περί του Αγίου
Φωτός» όπου καταδεικνύει ότι Αυτό ανάβει με ανθρώπινο χέρι -πιθανότατα
με αναπτήρα. Του λόγου του το αληθές κατακυρώθηκε και με δικαστικές
αποφάσεις όπου το
Πατριαρχείο Ιεροσολύμων διαψεύστηκε πανηγυρικά αφού έχασε όλες τις
δίκες.
Στο βιβλίο του ο μαχητής της αλήθειας συγγραφέας, αναφέρει με την
άδεια του εκδότη του και "τις επιπλέον αδιάσειστες αποδείξεις
που δημοσιεύονται για πρώτη φορά".
Ευχαριστούμε..!


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου